Ογκολογικοί Ασθενείς

Ο ογκολογικός ασθενής αντιμετωπίζει μια πολύπλοκη θεραπευτική διαδρομή που δεν αφορά μόνο τον κύριο όγκο, αλλά ολόκληρο τον οργανισμό. Η στοματική υγεία αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συχνά παραβλέπονται, παρόλο που επηρεάζει άμεσα τόσο την ποιότητα ζωής όσο και την ομαλή συνέχιση της αντικαρκινικής θεραπείας.
Η έγκαιρη κλινική και ακτινογραφική οδοντοστοματολογική αξιολόγηση πριν από την έναρξη της ογκολογικής αγωγής, σε συνδυασμό με τη συστηματική παρακολούθηση καθ’ όλη τη διάρκειά της, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ολιστικής φροντίδας του/της ογκολογικού ασθενούς. Στόχος είναι η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση επιπλοκών που, αν αφεθούν χωρίς παρέμβαση, μπορούν να επιβαρύνουν σημαντικά την πορεία της θεραπείας και την καθημερινότητα του/της ασθενούς.

Η σημασία του προληπτικού στοματολογικού και ακτινογραφικού ελέγχου στον ογκολογικό ασθενή

Είναι απαραίτητη η προθεραπευτική αξιολόγηση του στοματικού βλεννογόνου και των γνάθων σε ογκολογικό ασθενή;

Η προθεραπευτική αξιολόγηση αποτελεί διεθνώς καθιερωμένη πρακτική. Ο/Η ασθενής πρέπει να αξιολογείται κλινικά και ακτινογραφικά πριν από την έναρξη των αντινεοπλασματικών θεραπειών, ιδανικά αρκετές ημέρες πριν, ώστε να υπάρχει χρόνος για να ολοκληρωθούν οι θεραπείες, αν απαιτούνται. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουμε στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, αλλά και στην απρόσκοπτη συνέχιση της ογκολογικής θεραπείας, μέσω της μείωσης της συχνότητας εμφάνισης πιθανών επιπλοκών.
Σημαντικός λόγος είναι ο εντοπισμός εστιών λοίμωξης. Η ανοσοκαταστολή που προκαλείται από τις ογκολογικές θεραπείες μπορεί να οδηγήσει σε αναζωπύρωση φλεγμονών που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση —όπως μια χρόνια περιακρορριζική φλεγμονή πολφικής αιτιολογίας ή μια λοίμωξη σε σχέση με ημιέγκλειστους φρονιμίτες— αλλά και σε ανάπτυξη φλεγμονών του βλεννογόνου, όπως η καντιντιασική στοματίτιδα.
Επιπλέον, εστίες μηχανικού τραυματισμού του βλεννογόνου, όπως οδοντοστοιχίες με πλημμελή εφαρμογή ή οξύαιχμα δόντια, μπορούν να προκαλέσουν επίπονες ελκώσεις, οι οποίες αποτελούν και πύλες εισόδου βακτηρίων. Ο πόνος μπορεί να προκαλέσει δυσκολία στη λήψη τροφής, ενώ δεν αποκλείεται σε περιόδους έντονης ουδετεροπενίας να προκληθεί σηψαιμία, γεγονότα που απαιτούν νοσηλεία και καθυστέρηση της αντικαρκινικής θεραπείας.
Μην ξεχνάμε, τέλος, πως ένας/μία ογκολογικός ασθενής μπορεί να παρουσιάζει στοματολογικά προβλήματα η αντιμετώπιση των οποίων είναι επείγουσα ή δεν θα μπορούσε να γίνει με ασφάλεια κατά τη διάρκεια της ογκολογικής αγωγής (π.χ. μια λευκοπλακία ή ένα πυογόνο κοκκίωμα που αιμορραγεί).

Επιπλοκές κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας κεφαλής-τραχήλου

Η ακτινοθεραπεία στην περιοχή κεφαλής-τραχήλου προκαλεί σοβαρές οξείες και χρόνιες επιπλοκές. Η κυριότερη οξεία επιπλοκή είναι η ακτινοβλεννογονίτιδα, που οφείλεται στην απευθείας τοξική επίδραση της ακτινοβολίας στους ιστούς. Ο στοματικός βλεννογόνος παρουσιάζει έντονο ερύθημα που εξελίσσεται σε εκτεταμένες, επώδυνες ελκώσεις, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και την κατάποση του σάλιου. Η ακτνοβλεννογονίτιδα αποτελεί συχνά λόγο για τη διακοπή ή την τροποποίηση του ογκολογικού θεραπευτικού σχήματος.
Επιπλέον, η ακτινοβολία προκαλεί μόνιμη ή προσωρινή μείωση της λειτουργίας των σιαλογόνων αδένων και επακόλουθη ξηροστομία, που καθιστά τον στοματικό βλεννογόνο ατροφικό και εξαιρετικά ευάλωτο σε μηχανικούς τραυματισμούς, όπως τραύματα από προσθετικές εργασίες. Η ξηροστομία συνοδεύεται συχνά από απώλεια γεύσης, η οποία επιδεινώνει την ποιότητα ζωής ενός ήδη ταλαιπωρημένου ασθενούς.
Τέλος, ο κίνδυνος ακτινοοστεονέκρωσης στις ακτινοβολημένες περιοχές καθιστά αναγκαίο τον λεπτομερή ακτινογραφικό έλεγχο των γνάθων εκ των προτέρων, σε συνεργασία με τον ακτινοθεραπευτή. Αν απαιτούνται χειρουργικές παρεμβάσεις στο οστό, πρέπει οπωσδήποτε να μεσολαβεί επαρκής χρόνος επούλωσης του βλεννογόνου και του οστού πριν από την έναρξη των ακτινοβολιών.
Αν και οι εξαγωγές δοντιών θεωρούνταν αρχικά η κύρια «αιτία» έναρξης, η σύγχρονη βιβλιογραφία αναδεικνύει ότι συχνά αποτελούν το αποτέλεσμα υποκείμενης οστικής νέκρωσης. Οι ενεργές οδοντογενείς λοιμώξεις, η μέτρια έως σοβαρή περιοδοντική νόσος, η κακή στοματική υγιεινή και τα χρόνια βλεννογονικά τραύματα από κινητές προσθέσεις που δεν εφαρμόζουν σωστά, αποτελούν τους πιο κρίσιμους, τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση της νόσου.

Η οστεονέκρωση των γνάθων

Η φαρμακοεπαγόμενη οστεονέκρωση των γνάθων είναι μια σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκων, κυρίως αντικαταβολικών παραγόντων υψηλής δόσης, όπως τα διφωσφονικά και η δενοσουμάμπη. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται ενδοφλεβίως ή υποδορίως σε ογκολογικούς ασθενείς για τη διαχείριση οστικών μεταστάσεων από συμπαγείς όγκους (π.χ. καρκίνος μαστού, προστάτη) ή πολλαπλού μυελώματος. Παρόμοιο κίνδυνο ενέχουν και οι αντιαγγειογενετικοί παράγοντες. Η νόσος προκαλεί προοδευτική καταστροφή και νέκρωση του οστού των γνάθων, απουσία προηγούμενης ακτινοθεραπείας στην περιοχή κεφαλής και τραχήλου.
Σε ασθενή που πρόκειται να λάβει τέτοια αγωγή, η πρόληψη της οστεονέκρωσης των γνάθων είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Ο προθεραπευτικός έλεγχος συμβάλλει τόσο κλινικά (π.χ. με τον εντοπισμό εστιών πιθανής αποκάλυψης οστού) όσο και απεικονιστικά, με την ανάδειξη ενδοστικών προβλημάτων που πρέπει οπωσδήποτε να αντιμετωπιστούν πριν από την έναρξη της ογκολογικής θεραπείας. Η εξάλειψη των εστιών λοίμωξης πριν τη θεραπεία είναι σίγουρα το πρώτο βήμα, αλλά χρειαζόμαστε παράλληλα ένα μακροχρόνιο πρωτόκολλο παρακολούθησης.
Όχι, γιατί η οστεονέκρωση δεν σχετίζεται μόνο με τις εξαγωγές δοντιών, αλλά άμεσα και με την εμφάνιση περιοδοντίτιδας, την κακή στοματική υγιεινή, καθώς και με τραύματα από κινητές προσθέσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ένα εντατικό πρωτόκολλο με επανελέγχους ανά 4 μήνες μειώνει σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης της οστεονέκρωσης.
Συνεπώς, με την προθεραπευτική αξιολόγηση και τη συνεχή παρακολούθηση προστατεύουμε ουσιαστικά τον/την ογκολογικό ασθενή.

Επιπλοκές από άλλες ογκολογικές θεραπείες

Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία, η κύρια πρόκληση μετατοπίζεται στην οξεία τοξικότητα του βλεννογόνου και την ανοσοκαταστολή. Στη χημειοβλεννογονίτιδα, ο στοματικός βλεννογόνος γίνεται έντονα φλεγμονώδης, επώδυνος και εμφανίζει εκτεταμένες ελκώσεις. Επιπλέον, η ανοσοκαταστολή προκαλεί ευπάθεια σε ευκαιριακές λοιμώξεις, με συχνότερες την καντιντιασική στοματίτιδα και τις αναζωπυρεύσεις ερπητοϊών.
Ναι, πολύ συχνά προκαλούν επιπλοκές λόγω του τρόπου δράσης τους. Αντίθετα με την «κλασική» χημειοθεραπεία που προκαλεί γενικευμένη καταστροφή των ταχέως πολλαπλασιαζόμενων κυττάρων, οι βιολογικοί παράγοντες στοχεύουν συγκεκριμένα κυτταρικά μονοπάτια, όπως του επιδερμιδικού αυξητικού παράγοντα και του mTOR, που είναι κρίσιμα για τη διατήρηση και την επανόρθωση του στοματικού βλεννογόνου. Έτσι, προκαλούν επώδυνες υποτροπιάζουσες ελκώσεις που μοιάζουν με άφθες, ξηροστομία και δυσγευσία. Επιπλέον, οι αναστολείς σημείων ελέγχου μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που μιμούνται αυτοάνοσα ή ανοσομεσολαβούμενα νοσήματα, όπως το πεμφιγοειδές και ο ομαλός λειχήνας, αντίστοιχα.
Ακριβώς. Είτε πρόκειται για ξηροστομία είτε για ελκώσεις, ο έντονος πόνος προκαλεί σοβαρή δυσκολία στην κατάποση και τη λήψη τροφής. Η προστασία του βλεννογόνου είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της θρέψης, του βάρους και της συνολικής αντοχής του οργανισμού απέναντι στον καρκίνο.
Η αρχική κλινική και ακτινογραφική εικόνα μάς παρέχει ένα σαφές σημείο αναφοράς για τη διάγνωση μελλοντικών επιπλοκών. Παράλληλα, ο/η ασθενής ενημερώνεται ώστε να αναγνωρίζει τα πρώιμα σημάδια των επιπλοκών και των λοιμώξεων, με σκοπό την έγκαιρη παραπομπή και αντιμετώπιση σε συνεργασία με τον θεράποντα ογκολόγο.